ἄνελπις
ἄνελπις, without hope, hopeless
ἄνελπις, ιδος, ὁ, ἡ,
- without hope, σωτηρίας E. IT 487.
carente de esperanza
ὅστις ... οἰκτίζεται σωτηρίας ἄνελπις
ἄν·ελπις, ιδος (ὁ, ἡ) [ῐδ] sans espoir de, gén. Eur. I.T. 487.
Étym. ἀν-, ἐλπίς.
ἄνελπις, ohne Hoffnung, σωτηρίας, auf Rettung, Eur. I.T. 486.
ἄνελπις
- without hope, hopeless, Eur.