ἄρμενος
ἄρμενος, fitting, proper
ἄρμενος, η, ον, v. ἀραρίσκω.
ἄρμενος, (ἄρω), angefügt, anpassend, passend, tauglich, geschickt, günstig. – Hom. dreimal : Od. 5.234 πέλεκυν, ἄρμενον ἐν παλάμῃσιν ; Il. 18.600 τροχὸν ἄρμενον ἐν παλάμῃσιν ; Od. 5.254 ἐν δʼ ἱστὸν ποίει καὶ ἐπίκριον ἄρμενον αὐτῷ ; – ἡμέρα κούρῃσι γενέσθαι ἄρμενος, ein für die Geburt von Mädchen günstiger Tag, Hes. O. 785 ; ἄρμενα πράξας Pind. Ol. 8.73 ; ἐν ἀρμένοισι θυμὸν αὔξων N. 3.56 ; πῶς ταῦτʼ ἄρμενα Theocr. 29.9.
ἄρμενος
aor. pple. mid. ἀραρίσκω.
ἄρμενος (med. aor. part., ἀραρίσκω q. v.)
- 1fitting, proper
- a c. dat. ]Ἀπόλλωνί τε καὶ[ ]ἄρμενον (sc. ὄχημα παιηόνων) fr. 140b. 11.
- b pro subs., things fitting, what is appropriate Ἀίδα τοι λάθεται ἄρμενα πράξαις ἀνήρ (εὐτυχήσας Σ.) O. 8.73 γόνον τέ οἱ φέρτατον ἀτίταλλεν ἐν ἀρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων (Mingarelli: πάντα codd.) N. 3.58
ἄρμενος : see ἀραρίσκω.