ἄσκαλος
ἄσκαλος, unhoed
ἄσκᾰλος, ον,
- = ἀσκάλευτος, Theoc. 10.14:—also ἄσκαλτος, ον, Hsch.
agr. no escardado
τὰ πρὸ θυρᾶν μοι ἀπὸ σπόρω ἄσκαλα πάντα
ἄσκαλα· ἀκάθαρτα
• fig. prob. de la juventud no trabajado
ἄ. αἰών
ἄ·σκαλος, ος, ον [κᾰ] non foui, non creusé, Thcr. Idyl. 10, 14 (ἀ, σκάλλω 1).
ἄσκαλος, = ἄσκαλτος, Theocr. 10.14.
ἄσκαλος
σκάλλω
- unhoed, Theocr.