ἇλος Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Slater Pindar ἇλος, Dor. for ἧλος. ἇλος v. ἧλος. ἇλος, v. ἧλος. ἇλος Dor. voor ἧλος. ἇλος 1nail fig. τίς δὲ κίνδυνος κρατεροῖς ἀδάμαντος δῆσεν ἅλοις; P. 4.71