Ἀριστοτελίζω
Ἀριστοτελίζω, follow
Ἀριστοτελίζω,
- follow or imitate Aristotle, Str. 13.1.54:—Adj. Ἀριστοτέλειος, α, ον, Aristotelian, Cic. Att. 13.19.4:—also Ἀριστοτελικός, ή, όν, Luc. Demon. 56. Adv. -κῶς Iamb. Comm.Math. 27.
seguir la filosofía de Aristóteles
φιλοσοφεῖν καὶ ἀριστοτελίζειν
τὸ αἰτιολογικὸν ... καὶ τὸ Ἀριστοτελίζον
Ἀριστοτελίζω [ᾰ] (seul. prés.) être disciple d’Aristote, Str. 104, 609.
Étym. Ἀριστοτέλης.