Ἀστάκιος
adj. de Ástaco, ciu, de Bitinia
Θύνιος Ἀ.
θρέψατο δ' Ἀστακίη πινυτὸ[ν] φρένα
ἐρίπην
νύμφη
Ἀστάκιος, α (ion. -η), ον [τᾰ] d’Astakos, Anth. Nonn. etc. (Ἄστακος 2).
adj. de Ástaco, ciu, de Bitinia
Θύνιος Ἀ.
θρέψατο δ' Ἀστακίη πινυτὸ[ν] φρένα
ἐρίπην
νύμφη