ἐγκελευστικός
ἐγκελ-ευστικός, ή, όν, encouraging, Max.Tyr. 23.5; hortatory, ἐπίρρημα A.D. Synt. 258.11.
1 gram. exhortativo, parenético
τὸ ἐγκελευστικὸν ἐπίρρημα ἐπέτεινε τὴν πρόσταξιν
• mús.
καλὸν μὲν ἐν διώξει τὸ ἐγκελευστικὸν (μέλος)
2 adv. -ῶς de forma exhortativa
καὶ ἐ. «δεῦρ' ἄγ' ἰών»
ἐγκελευστικός, ή, όν, propre à exhorter, qui encourage, M. Tyr. 94, 35 Dübn. ; ἐγκ. ἐπίρρημα, Dysc. Synt. 258, 11, adverbe d’exhortation (par ex. ἄγε, φέρε, etc.).
Étym. ἐγκελεύω.
ἐγκελευστικός, ή, όν, ermunternd, τὸ ἐγκ., = ἐγκέλευσμα, Max.Tyr. diss. 23.