ἐκγράφω
ἐκγράφω, to write out
- write out, copy, IG 9(1).687.12 (Corc.), cf. CIG 2266 (Delos):—Med., copy for oneself, [χρησμὸν] παρὰ τἀπόλλωνος ἐξεγραψάμην Ar. Av. 982; Μορσίμου ῥῆσιν ἐξεγράψατο Id. Ra. 151, cf. D. 48.48, etc.
- II strike out, expunge from a list, IG 1(2).84.28, Decr. ap. And. 1.77 (Pass.); τινὰ τῆς βουλῆς D.H. 19.18. (Written ἐγγρ- IG 5(2).357.14 (Stymphalus, iii B.C.).)
I
1 en v. med. copiar, poner por escrito
Μορσίμου ... ῥῆσιν
(χρησμόν)
ἐκγράφεσθαι ὅσα οὗτος ὤφειλε
τὰς συνθήκας
τοὺς νόμους
ἀρχὰς ποιημάτων πολλῶν
αἱ παιδεῖαι Σαλωμῶντος ... ἃς ἐξεγράψαντο οἱ φίλοι Εζεκιου
las enseñanzas de Salomón que pusieron por escrito los del círculo del (rey) Ezequías(ἐπιστολήν)
τὰ γελοῖα
τὰ πλεῖστα
αὐτὸ τὸ πρόγραμμα
τὰ ἔπη τὰ Σιβύλλεια ... τοὺς ἱερέας αὐτοχειρίᾳ ἐκγράψασθαι ἐκέλευσεν
διὰ τὸ φιλοτίμως ἐκγεγράφθαι τοὺς μαθητὰς αὐτῶν τὰ ὑφ' ἑκάστου αὐτῶν ... κατωρθωμένα
οὐχ ὡς ἐκγραψάμενος ἔχῃς τὰ 'κεῖθεν
• tb. en v. act. IG 9(1).687.12 (Corcira II a.C.)
• abs. ὁ ἐκγραφόμενος el escriba o copista Gal.15.624
• en v. pas.
ἐγγεγραμμένον ... ἀντίγραφον
copia
2 en v. act. inscribir, registrar en la lista de deudores públicos
ἐκγραφέτω αὐτὸν πρὸς τοὺς πράκτορας
(αὐτὸν) εἰς τὸ λεύκωμα
ὀφείλοντος ... τῷ δημοσίῳ χ δραχμὰς καὶ ἐκγεγραμμένου ἐν ἀκροπόλει
3 en v. act. escribir acerca de
τοὺς κατασκόπ[ου]ς
II
1 borrar, eliminar de una lista, c. ac. y gen.
με τῆς βουλῆς
2 transferir, trasladar de una lista a otra
ὁ] δὲ πρόεδρος ἐγγρα[φέ]τω καθάπερ τὰς ἄλλας δίκας
2) ausstreichen, aus einer Liste, εἴ τις μὴ ἐξεγράφη Andoc. 1.77 ; vgl. Dion.Hal. 18.22.
- to write out:—Mid. to write out or copy for oneself, Ar., Dem.