ἐκδόχιος
ἐκδόχιος, receptive
ἐκδόχ-ιος, ον,
- receptive, κόλπος τῆς θεότητος Procl. in Ti. 3.175D., cf. Theol.Plat. 5.11.
1 que recibe, receptor
ὁ ἐ. κόλπος τῆς ἐν τῷ Κρόνῳ γεννητικῆς δυνάμεως
2 subst. τὸ ἐ. cisterna, aljibe
ἐ. τοῦ [ὕ]δατ[ος
• estanque natural
ἰχθύων θήρας ἐ.
ἐκδόχιος, ος, ον, qui recueille, qui embrasse, Procl. Plat. Tim. p. 293.