ἐκκλησιασμός
ἐκκλησιασμός, the holding an ἐκκλησία
ἐκκλησι-ασμός, ὁ,
- the holding an ἐκκλησία, Plb. 15.26.9.
sesión de la asamblea
παραπλήσια ... ἐγίνετο ... συστήματα κατὰ τοὺς ἐκκλησιασμούς
ἐκκλησιασμός, οῦ (ὁ) action de tenir une assemblée, Pol. 15, 26, 9.
Étym. ἐκκλησιάζω.
ἐκκλησιασμός, ὁ, das Halten einer Volksversammlung, Pol. 15.26.9.