ἐκμύζω
succionar, sorber, chupar
αἱ βδέλλαι ... αἷμα
ἔκμυζε δὲ τὸ ὕδωρ καλαμίδα ... ἐνθεὶς τῷ ὠτίῳ
ἐκ·μύζω, c. ἐκμυζάω, Antyll. 149, 15.
ἐκμύζω, = ἐκμυζάω, Sp.
succionar, sorber, chupar
αἱ βδέλλαι ... αἷμα
ἔκμυζε δὲ τὸ ὕδωρ καλαμίδα ... ἐνθεὶς τῷ ὠτίῳ