ἐκπιπράσκω
ἐκπιπράσκω, to sell out, sell off
ἐκπιπράσκω,
- sell off, pf. Pass. ἐκπέρᾱται D. 9.39, cf. Poll. 7.9.
vender
ἔπεμψας μοι ... περὶ τῆς κριθῆς ἐ. πρὸς (δραχμάς) ς
sobre la cebada me dijiste por carta que la vendiese a seis dracmasτοῖς ἐκπεπρακόσιν ἐπ' ὠνῇ διδόντες ἀργύριον
ὥσπερ ἐξ ἀγορᾶς ἐκπέπραται ταῦτα
ἐκ·πιπράσκω (pf. pass. 3 sg. ἐκπέπραται) vendre, Dém. 121, 6.
ἐκπιπράσκω, (πιπράσκω), daraus verkaufen, ὥσπερ ἐξ ἀγορᾶς ἐκπέπραται Dem. 9.39.
ἐκπιπράσκω
- to sell out, sell off, Dem.