ἐλαιόρυτος Save LSJ DGE ἐλαιό-ρῠτος, ον, = foreg. [ἐλαιόροος, flowing with oil], Epic. Oxy. 1015.11. ἐλαιόρῠτος -ον que rebosa de aceite πῖδαξ GDRK 16.11.