ἐλευθεροστομία
ἐλευθεροστομία, freedom of speech
ἐλευθεροστομ-ία, ἡ,
- freedom of speech, D.H. 6.72.
libertad de palabra, franqueza al hablar
ἡγεμόνι τῆς ἐλευθεροστομίας ἐμοὶ χρώμενοι
πρὸς τοὺς ἐντυγχάνοντας
κέχρηται πολλάκις τῇ παρρησίᾳ καὶ τῇ ἐλευθεροστομίᾳ
ἐλευθεροστομία, ας (ἡ) liberté de langage, DH. 6, 72.
Étym. ἐλευθερόστομος.
ἐλευθεροστομία, ἡ, Freimütigkeit ; Dion.Hal. 6.72 ; K.S.