Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμετός
ἐμετός, vomited
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔμειξαν
ἐμεῖο
ἐμέμηκον
ἐμέμικτο
ἐμεμνήμην
ἔμεν
ἐμέν
ἕμεν
ἐμένα
ἔμεναι
ἕμεναι
ἐμέναν
ἐμέο
ἑμέρα
Ἔμεσα
Ἐμεσηνός
ἐμεσία
ἔμεσις
ἔμεσμα
Ἔμεσον
ἐμετηρίζω
ἐμετήριον
ἐμετήριος
ἐμετιάω
ἐμετικός
ἐμετοποιέομαι
ἐμετοποιΐα
ἐμετοποιία
ἐμετοποιός
ἔμετος
ἐμετός
ἐμετωδέως
ἐμετώδης
ἐμεῦ
ἐμεῦς
ἐμέω
ἐμεωυτ
ἐμεωυτοῦ
ἔμηνα
ἐμηνάμην
ἐμησάμην
ἐμήσατο
ἐμητίσαντο
ἐμηχανέατο
ἐμί
ἐμίαν
ἐμίανα
ἐμίας
ἐμίγην
ἔμικτο
ἐμίν
ἐμῖν
ἐμίνγα
ἐμίνη
ἔμιξα
ἔμιξαν
ἐμίο
Ἔμισα
Ἐμισηνός
ἐμίχθη
ἐμίω
…
ἐμετός
Save
ἐμετός, vomited
LSJ
ἐμετ-ός, ή, όν,
vomited,
Suid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}