ἐμμάχομαι
ἐμμάχομαι, to fight a battle in
ἐμμάχομαι [ᾰ],
- fight a battle in, πεδίον ἐπιτήδειον ἐ. Hdt. 9.7.βʹ, cf. D.C. 50.12.
dar la batalla, luchar en
ἐπιτηδεότατόν ἐστι ἐμμαχέσασθαι τὸ Θριάσιον πεδίον
ἐμ·μάχομαι [ᾰ] combattre dans, Hdt. 9, 7 ; DC. 50, 12.
Étym. ἐν, μ.
ἐμμάχομαι, (μάχομαι), darin kämpfen ; ἐπιτηδειότατόν ἐστι ἐμμαχέσασθαι τὸ πεδίον Her. 9.7 ; DC. 50.12.
ἐμμάχομαι
ἐν
- Dep. to fight a battle in, Hdt.