ἐμφαρύγγομαι
ἐμφαρύγγομαι, gulp down
ἐμφᾰρύγγομαι, aor. 1 part. -υξάμενος,
- gulp down, Com.Adesp. 996, Dsc. Ther. 19.
tragar
ψάμμους καὶ λίθους ... ἐμφαρυξάμεναι (αἱ ὄρνιθες)
ἐμ·φαρύγγομαι [φᾰ] (seul. inf. ao. -ύγξασθαι) engloutir, dévorer, Diosc. Iob. 19.
Étym. ἐν, φάρυγξ.