ἐνίζω
ἐνίζω, to sit in
- to set in, Ep. aor. 1 Med. ἐνεείσατο he placed upon, πρύμνῃ κούρην A.R. 4.188.
- II intr., = ἐνιζάνω, pf. ἐνίζηκα, sit in or on, c. acc., θάκους ἐνίζουσαν E. Hel. 1108 (lyr.), prob. in A. Ch. 801 (lyr.): c. dat., σώματι καὶ ψυχῇ . . ἐνίζει Ἔρως Pl. Smp. 196b; νεῦρα τοῖς μυσὶν -ηκότα Gal. 2.691; ἡ -ηκυῖα τοῖς μορίοις ποιότης τοῦ φαρμάκου Id. 11.354:—Med., ἐς ἕψημα τῶν βοτανῶν Aret. CA 2.8.
I tr.
1 sentar en c. dat.
πρύμνῃ δ' ἐνεείσατο κούρην
2 habitar, residir en
σὲ (ὄρνιθα) ... μουσεῖα καὶ θάκους ἐνίζουσαν
II intr.
1 instalarse, asentarse, posarse en en v. act. o med., c. dat.
ὡς ἂν ἐνίζηται ἕδρῃ
del hombro dislocadoἀνανθεῖ ... σώματι καὶ ψυχῇ οὐκ ἐνίζει Ἔρως
τοῖος γὰρ κρύσταλλος ἐνίζεται ... χειρί
τρισὶν ὅλοις ἔτεσιν ἐνιζήσας αὐτῇ (τῇ γῇ)
τῆς ἐπιγλωττίδος ἐνιζούσης ἐς τὴν ἑωυτῆς ἕδρην
• fig.
οὐ γὰρ ἔδει ταῖς τῶν εἰδωλολατρούντων γλώσσαις ἐνιζῆσαι τὴν ἀλήθειαν
2 en perf. estar adherido c. dat.
τὰ νεῦρα ... τοῖς ... μυσὶν ἐνιζηκότα
ἡ ἐνιζηκυῖα τοῖς μορίοις ποιότης τοῦ φαρμάκου
3 medic. tomar baños de asiento en v. med.
χρὴ ἐνίζεσθαι ... ὅταν αἱ ὠδῖνες σφόδρα ὀχλέωσι
ἐς ἕψημα τῶν βοτανῶν
- to sit in or on a seat, c. acc., Eur.; c. dat., Plat.