ἐναδιαφορέω
ἐναδιαφορέω, submit to
ἐναδιαφορέω,
- submit to, τῇ αἰκίᾳ τοῦ Πατρόκλου Sch. Il. 17.168.
1 ser indiferente a c. dat.
κακῷ τοσούτῳ
πρὸς τὴν εἰδωλολάτρειαν
ἐν τῇ αἰκίᾳ τοῦ Πατρόκλου
2 usar indistintamente
τοῖς ὀνόμασιν
ἐν·αδιαφορέω-ῶ, être indifférent dans ou au sujet de, Bas. 3, 257 ; 4, 1028 Migne.
ἐναδιαφορέω, = ἀδιαφορέω ἐν, Schol. Il. 17.163.