Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδογενικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδίημι
ἐνδιής
ἐνδιΐημι
ἐνδικάζομαι
ἐνδικάζω
ἐνδικαιόω
ἐνδικαίως
ἐνδικαστήριος
ἐνδικία
ἔνδικος
ἐνδίκως
ἔνδινα
ἐνδινευτής
ἐνδινεύω
ἐνδινέω
ἐνδιοδεύω
ἐνδίολκος
ἔνδιον
ἐνδιορθόομαι
ἔνδιος
Ἔνδιος
ἐνδιόω
ἐνδιπλασιάζομαι
ἐνδιπλασιάζω
ἐνδιπλόω
ἐνδίπλωμα
ἐνδίπλωσις
ἐνδίσματα
ἐνδίφριος
ἐνδογενής
ἐνδογενικός
ἔνδοθεν
ἔνδοθι
ἐνδοθίδιος
ἐνδόθρας
ἔνδοι
ἐνδοῖ
ἐνδοιάζω
ἐνδοιάσιμος
ἐνδοιασίμως
ἐνδοίασις
ἐνδοιασμός
ἐνδοιαστέον
ἐνδοιαστής
ἐνδοιαστικός
ἐνδοιαστός
ἐνδοιαστῶς
ἐνδοιικός
ἐνδοιΐτιναι
ἐνδοιϊτίναι
Ἔνδοιος
ἐνδοκέω
Ἐνδοκία
ἔνδοκος
ἔνδομα
ἐνδομαρία
ἐνδοματικά
ἐνδομάχας
ἐνδομάχης
ἐνδομενία
ἐνδομενικός
…
ἐνδογενικός
Save
LSJ
ἐνδογεν-ικός, ή, όν, = foreg.,
PFlor.
294.52 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}