ἐννοσσεύω Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἐννοσσεύω, v. ἐννεοσσεύω. ἐννοσσεύω v. ἐννεοσσεύω. ἐννοσσεύω, c. ἐννεοσσεύω, DS. 5, 43 ; Spt. Ps. 103, 17 ; Jer. 22, 23. ἐννοσσεύω, Sp. = ἐννεοσσεύω.