ἐνστερνίζομαι
ἐνστερνίζομαι, embrace
1 estrechar contra el pecho, e.e. abrazar
ἐνστερνισαμένη (σε) ἑαυτῇ
estrechándote ella contra su pecho
• fig. llevar en el pecho, albergar en el corazón
τὸν σωτῆρα
(ἡ ψυχή) τὸν ... Χριστὸν ἐνστερνισαμένη
ὅλου ... τοῦ πατρὸς ἐνστερνισμένου τὸν υἱόν
τοὺς λόγους αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ)
τῶν ... φώτων ἄλεκτον πόθον
τὸν φόβον αὐτοῦ (Ἰησοῦ)
2 apoyarse en el pecho de c. ac.
αὐτόν