ἐξοικοδόμησις
ἐξοικοδόμησις, building up
ἐξοικοδόμ-ησις, εως, ἡ,
- building up, τειχῶν J. AJ 19.7.2.
ἐξοικοδόμησις, εως (ἡ) achèvement d’une construction, Jos. A.J. 19, 7, 2.
Étym. ἐξοικοδομέω.
ἐξοικοδόμησις, ἡ, das Aus-, Aufbauen, τειχέων, Jos.