ἐπίσης
ἐπίσης, equally (LSJ ἴσος V.2)
ἐπίσης, for ἐπʼ ἴσης (sc. μοίρας), v. ἴσος.
ἐπίσης, ou mieux ἐπ’ ἴσης, v. ἴσος.
ἐπίσης, = ἐπʼ ἴσης μοίρας, zu gleichen Teilen, d.i. gleich, z.B. ἐπίσης ἔχει, es ist gleichviel, Her. 7.501, besser ἐπʼ ἴσης geschrieben.
ἐπίσης
- for ἐπʼ ἴσης, (sc. μοίρας) v. sub ἴσος