ἐπαναδίπλωμα
ἐπαναδίπλωμα, fold, double
ἐπανα-δίπλωμα, ατος, τό,
- fold, double, Arist. HA 506b14.
ἐπαναδίπλωμα, ατος (τὸ) repli, Arstt. H.A. 2, 15, 14.
Étym. ἐπαναδιπλόω.
ἐπαναδίπλωμα, τό, das Doppelte, Arist. H.A. 2.15.