ἐπανακεφαλαίωσις
ἐπανακεφαλαίωσις, recapitulation
ἐπανα-κεφαλαίωσις, εως, ἡ,
- recapitulation, Olymp. in Mete. 319.30.
ἐπανακεφαλαίωσις, εως (ἡ) [φᾰ] récapitulation, Apsin.
Étym. v. le préc.