ἐπαναρριπίζω
ἐπαναρριπίζω, rekindle
ἐπανα-ρρῑπίζω,
- = ἀναρριπίζω, J. AJ 19.2.2.
ἐπ·αναρριπίζω [ῑπ] rallumer en soufflant, Jos. A.J. 19, 2, 2.
ἐπαναρριπίζω, [ρῑ], = ἀναρριπίζω, Jos.
ἐπαναρριπίζω, rekindle