ἐπιδιεξέρχομαι
ἐπιδιεξέρχομαι, to be excreted afterwards
ἐπιδιεξέρχομαι,
- to be excreted afterwards, opp. προδιεξ-, Gal. 16.699.
ἐπι·διεξέρχομαι, c. le préc. Gal.
ἐπιδιεξέρχομαι, = ἐπιδιέρχομαι, Galen.