ἐπιθύμιος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐπιθύμιος [ῡ], ον, = ἐπιθυμητικός, Man. 4.565. ἐπιθύμιος, ος, ον [ῡ] désireux de, gén. Man. 4, 565. Étym. ἐπιθυμέω. ἐπιθύμιος, = ἐπιθυμητικός, Maneth. 4.565, τινός.