ἐπικρατίδιον Save LSJ Pape ἐπικρᾱτ-ίδιον, τό, Dim. of foreg., = στημονικὸν κάλυμμα [χωρὶς] τῆς κεφαλῆς, Hsch. ἐπικρατίδιον, [ᾱ], τό, dim. zu ἐπικράτιδες, Hesych.