ἐπικόπτης
ἐπικόπτης, satirist, censor
ἐπικόπτ-ης, ου, ὁ,
- satirist, censor, Timo 60 [834] (v. ἐπισκώπτης).
ἐπι·κόπτης, ου (ὁ) censeur, critique sévère, Timon (DL. 9, 18).
Étym. ἐπικόπτω.
ἐπικόπτης, ὁ, = ἐπισκώπτης, DL. 2.127, 4.33.