ἐπινύκτιος
ἐπινύκτιος, by night, nightly
ἐπινύκτ-ιος, ον,
- by night, ἐ. μῆλα νομεύων AP 6.262 (Leon.)
ἐπι·νύκτιος, ος, ον, de nuit, pendant la nuit, Anth. 6, 262.
Étym. ἐπί, νύξ.
ἐπινύκτιος, bei Nacht, ἐπινύκτια μῆλα νομεύων Leon.Tar. 6 (VI.262).
ἐπινύκτιος
ἐπι-νύκτιος, ον
νύξ
- by night, nightly, Anth.