ἐπισκοπικός
ἐπισκοπικός, episcopal
ἐπισκοπ-ικός, ή, όν,
- episcopal, Cod.Just. 1.4.29.3.
ἐπισκοπικός, ή, όν, d’évêque, épiscopal, Naz. 3, 169, 288 ; Nyss. 3, 313 edd. Migne.
Étym. ἐπίσκοπος.
ἐπισκοπικός, bischöflich, K.S.