ἐπιστρώφησις
ἐπιστρώφησις, going to and fro
ἐπιστρώφ-ησις, εως, ἡ,
- going to and fro, κατὰ τὸν σύμπαντα κόσμον Onat. ap. Stob. 1.1.39 (pl., -ώσιες codd.).