ἐπισχετικός
ἐπισχετικός, checking, stopping
ἐπι-σχετικός, ή, όν,
- checking, stopping, τῆς κοιλίας Erasistr. ap. Ath. 15.666a; γαστρός Gal. 6.523; ἐπισχετικὸν ὁ πταρμός Hsch. s.v. ἐπιπτάρνυμαι.
ἐπισχετικός, ή, όν, propre à arrêter, Ath. 666a ; Gal. 6, 322, 331 ; Moschion Mul. pass. 32.
Étym. ἐπισχεῖν.
ἐπισχετικός, ή, όν, zurückhaltend, τῆς κάτω κοιλίας Ath. XV.666a, Sp.