ἐπισύρροια
ἐπισύρροια, conflux
ἐπισύρ-ροια, ἡ,
- conflux, Ael. NA 12.20.
ἐπισύρροια, ας (ἡ) écoulement simultané, El. N.A. 12, 20.
Étym. ἐπισυρρέω.
ἐπισύρροια, ἡ, das Zusammenfließen, Ael. H.A. 12.20.