ἐποιδαλέος
ἐποιδαλέος, swollen
ἐποιδ-ᾰλέος, α, ον,
- swollen, Hp. Int. 23. -έω, = ἐποιδαίνω, Id. Prorrh. 1.71, Thphr. HP 3.5.5, 6.4.2.
ἐποιδαλέος, α, ον [ᾰ] gonflé, Hpc. 544, 46.
Étym. cf. le préc.
ἐποιδαλέος, α, ον, aufgeschwollen, χρώς Hippocr.