Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐπωπετής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐπώλεθρος
ἐπωλένιος
ἐπωμάδιος
ἐπωμαδόν
ἐπωμιαῖος
ἐπωμίδιον
ἐπωμίδιος
ἐπωμίζομαι
ἐπώμιος
ἐπωμίς
ἐπώμοσε
ἐπωμοσία
ἐπώμοσις
ἐπωμότης
ἐπωμοτικόν
ἐπώμοτος
ἐπών
ἐπώνια
ἐπωνία
ἐπώνιον
ἐπωνυμία
ἐπωνύμιον
ἐπωνύμιος
ἐπώνυμον
ἐπώνυμος
Ἐπώνυμος
ἐπωνύμως
ἔπωπα
ἐπωπάζω
ἐπωπάω
ἐπωπετής
ἐπωπεύς
Ἐπωπεύς
ἐπωπή
ἐπώπης
ἐπωπίς
ἑπωπίς
ἐπωρεύει
ἐπωριάζω
ἐπωροφία
ἐπωροφίς
ἐπῶρσα
ἐπῶρσε
ἐπῶρτο
ἐπωρυδόν
ἐπωρύω
ἔπωσις
ἐπωστρίδες
ἐπωστρίς
ἐπωτειλάομαι
ἐπωτειλόομαι
ἐπωτίδες
ἐπωτίς
ἐπωφέλεια
ἐπωφελέω
ἐπωφέλημα
ἐπωφελής
ἐπωφέλης
ἐπωφελία
ἐπωφέλιμος
ἐπωφελῶς
…
ἐπωπετής
Save
LSJ
ἐπωπ-ετής, οῦ, ὁ, epith. of Zeus at Athens,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}