ἐργαστηριακός
ἐργαστηριακός, practising a handicraft
ἐργᾰσ-τηριακός, ή, όν,
- practising a handicraft, ἄνθρωποι Plb. 38.12.5: -κοί, οἱ, work-people, D.S. 31.25.