ἐφεξκαιδέκατος
ἐφεξκαιδέκατος, ον,
- = ἐφεκκαιδέκατος, λόγος Plu. An.procr. 2.1021e.
ἐφ·εξκαιδέκατος, η, ον [ᾰ] c. ἐφεκκαιδέκατος, Anon. (Vincent, Notices sur div. manuscr. de mus. p. 292).