ἑβδομηκονταετία
período de setenta años
τοῖς Ἰσραηλίταις τὴν ἑβδομηκονταετίαν ὥρισεν ... εἰς τὴν ... τῆς αἰχμαλωσίας καταδίκην
de Dios
ἑβδομηκονταετία, ας (ἡ) période de 70 ans, J. Afr. (Eus. D.E. 389d).
Étym. ἑβδομηκονταετής.
ἑβδομηκονταετία, ἡ, Zeit von siebzig Jahren, Sp.