ἑνδεχέτηρος Save LSJ DGE ἑνδεχ[έτηρος], ον, = ἑνδεκέτης, IG 9(1).882.13 (Corc., ii A. D.). ἑνδεχέτηρος -ον de once años de edad τέκνον IG 92.1024.13 (Corcira II/III d.C.).