ἑτεροφορέομαι
ἑτερο-φορέομαι, Pass.,
- = ἑτερορρεπέω, Tim. Lex. s.v. ταλαντοῦσθαι.
ἑτεροφορέομαι, sich auf die eine von beiden Seiten neigen, bei Tim. lex. Plat. Erkl. von ταλαντοῦσθαι.