ἔγγραυλις
ἔγγραυλις, εως, ἡ,
- anchovy, ἐγγραύλεις, οἱ δὲ ἐγκρασιχόλους καλοῦσιν αὐτάς, Ael. NA 8.18, Opp. H. 4.470. [corr. from Supp.]
ict. anchoa
ἐγγραύλεις, οἱ δὲ ἐγκρασιχόλους καλοῦσιν αὐτάς
ἔγγραυλις, εως (ἡ) anchois, poisson, El. N.A. 8, 18.
ἔγγραυλις, ιδος, ἡ, ein kleiner Fisch, sonst ἐγκρασίχολος, Schol. Ar. Eq. 642 ; Ael. H.A. 8.18 ; ἐγγραύλεις steht Opp. Hal. 4.470, dessen Schol. auch die Form ἐγγραύλης, ὁ, hat.