ἔεδνα
ἔεδνα, ἐεδνόω, ἐεδνωτής, Ep. for ἑδν-.
ἔεδνα, ἐεδνόω, ἐεδνωτής, v. ἕδνον, ἑδνόω, etc.
ἔεδνα, ep. = ἕδνα.
ἔεδνα
See ἕδνα.
ἔεδνα : see ἕδνον, ἑδνόω, ἑδνωτής.
See ἕδνα.