ἔλλιπος
ἔλλιπος, greasy
ἔλλῐπος, ον,
- greasy, τῇ γεύσει Vett.Val. 4.3 (Sup.), cf. Cat.Cod.Astr. 7.220 (Sup.).
grasiento
τῇ δὲ γεύσει ἐλλιπωτάτη
ἔλλιπος, greasy
grasiento
τῇ δὲ γεύσει ἐλλιπωτάτη