Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔμπεσον
LSJ
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμπεριπείρω
ἐμπεριπίπτω
ἐμπεριπλέω
ἐμπεριποιέω
ἐμπεριρρήγνυμι
ἐμπερίσπαστος
ἐμπερισπούδαστος
ἐμπεριστατέω
ἐμπερίστατος
ἐμπεριστέγω
ἐμπεριστρέφομαι
ἐμπερίσχεσις
ἐμπεριτέμνω
ἐμπεριτίθεμαι
ἐμπερίτομος
ἐμπεριτρέχω
ἐμπεριφερής
ἐμπεριφέρομαι
ἐμπεριχαρής
ἐμπεριχέομαι
ἐμπερκάζω
ἐμπερκαίνονται
ἐμπερόναμα
ἐμπερονατρίς
ἐμπερονάω
ἐμπερόνημα
ἐμπερονητρίς
ἐμπερπερεύομαι
ἔμπεσε
ἐμπεσεῖν
ἔμπεσον
ἐμπεταλίς
ἐμπετάννυμι
ἐμπεταννύω
ἐμπέτασμα
ἔμπετες
ἐμπέτομαι
ἔμπετρον
ἔμπετρος
ἐμπευκής
ἐμπεφύασι
ἐμπεφυκότως
ἐμπεφυρμένως
ἐμπεφυυῖα
ἔμπη
ἔμπῃ
ἐμπήγνυμι
ἐμπηγός
ἐμπηδάω
ἐμπήδησις
ἐμπηκτέον
ἐμπήκτης
Ἐμπηλάθρα
ἔμπηλος
ἐμπηνός
ἔμπηξις
ἐμπηρία
ἔμπηρος
ἐμπηρόω
ἔμπης
ἐμπήσσομαι
…
ἔμπεσον
Save
LSJ
Grieks Nederlands
ἔμπεσον, Ep. aor. 2 of
ἐμπίπτω
.
ἔμπεσον
aor.
van
ἐμπίπτω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}