ἔνταλμα
ἔνταλμα, injunction, order
ἔνταλμα, ατος, τό,
- = ἐντολή, LXX Is. 29.13, Ev.Matt. 15.9, al.
en lit. jud.-crist. orden, mandato
ἐντάλματα ἀνθρώπων
ἐξελεύσομαι ... ἐν ἐντάλμασιν αὐτοῦ
ἔ. καὶ ἔργον
νομίμων ἐντάλματα
ἔνταλμα, ατος (τὸ) commandement, précepte, Spt. Esaï. 29, 13 ; Job 23, 12 ; NT. Matth. 15, 9.
Étym. ἐντέλλω.
ἔνταλμα, τό, der Auftrag, Befehl, Sp.
ἔνταλμα, ατος, τό,
= ἐντολή, NTest.