ἡγήτειρα
ἡγ-ήτειρα, ἡ, fem. of ἡγητήρ, Pl. Epigr. 22.7 Diehl, Opp. C. 1.253.
ἡγήτειρα, ας (ἡ) conductrice, Anth. 6, 43 ; Opp. C. 1, 253.
Étym. fém. d’ ἡγητήρ.
ἡγήτειρα, ἡ, fem. zu ἡγητήρ, die Führerin, Leiterin ; φωνή Plat. Ep. 8 (VI.43); ὀδμὴν ἡγήτειραν ἀμαλδῦναι φιλότητος Opp. Cyn. 1.253.
ἡγήτειρα, ἡ,
fem. of ἡγητήρ, Anth.