ἰαματικός Save Bailly 2024 Pape ἰαματικός, ή, όν [ῑᾱᾰ] propre à guérir, Chrys. 6, 985. Étym. ἴαμα. ἰαματικός, [ιᾱ], heilend, φάρμακον, Sp.